Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ (μία άποψις)


 

  Ας γίνη πρώτα μία χωροχρονική τοποθέτησις. Τήν εποχή τής συγγραφής τών Ευαγγελίων (60-90 μ.Χ.), η Ελλάς ήτο ήδη υπόδουλος εις τούς Ρωμαίους επί 200 περίπου έτη. Ευρίσκετο μάλιστα εις κατάστασιν ιστορικού καί πολιτικού ύπνου, αφού οι κατακτηταί εκτός τής ελευθερίας, της είχαν αποστερήσει καί τό όνομά της. Μετά τό 146 π.Χ. η κυρίως Ελλάς απετέλεσε τήν επαρχίαν τής Αχαΐας, αφού δέν έπρεπε εις τό εξής τό αρχαίον κλέος καί κάλλος της, νά επισκιάζη τήν αίγλην τής νεαράς κοσμοκρατείρας Ρώμης.
  Οπως ήταν φυσικό κατόπιν τούτου, τό όνομα "Ελλην" έχανε βαθμηδόν τήν εθνική του σημασία, ενώ λίγο αργότερα ο φιλορρώμαιος Πλούταρχος (46-120) έσπευσε νά επιβεβαιώση τήν απώλεια τής εθνικής υποστάσεως, χαρακτηρίσας τόν Αχαιόν Φιλοποίμενα (+183 π.Χ.), "Τελευταίον τών Ελλήνων", ο δέ Παυσανίας (Β' αιών) γιά τόν ίδιον έγραψε: "τό μετά τούτο εις ανδρών αγαθών φοράν έληξεν η Ελλάς".
  Από τά πρώτα ακόμη χριστιανικά χρόνια τό όνομα αποκτά σημασίαν καθαρώς θρησκευτικήν καί μάλιστα εκείνην τού "ειδωλολάτρου", τού Εθνικού. Αυτή η μετάπτωσις τής εννοίας τού ονόματος "Ελλην", άδικος καί ανεπιθύμητος καθ' ημάς, αποτελεί εν τούτοις σημαντικήν κλείδα κατανοήσεως ωρισμένων σκοτεινών χωρίων τής Καινής Διαθήκης, αναφερομένων εις τήν Ελλάδα καί τούς Ελληνας. Σέ όλες τίς περιπτώσεις, "Ελλην" σημαίνει τόν Εθνικό, δηλαδή τόν μή Ιουδαίο, ενώ όταν γίνεται λόγος περί τής "Αχαΐας" υπονοείται πάντοτε η νοτίως τής Όθρυος Ελλάς.
Χαρακτηριστικό είναι τό δίπολον "Ιουδαίοι τε καί Ελληνες", πού χρησιμοποιεί κατά κόρον (13 φορές) ο εξ Εθνικών Ευαγγελιστής Λουκάς, στίς Πράξεις τών Αποστόλων. Oι "Ιουδαίοι καί Ελληνες", δηλ. οι Ιουδαίοι καί οι μή Ιουδαίοι (Εθνικοί) παριστούν τό σύνολον τής ανθρωπότητος, πρός τήν οποίαν απευθύνεται ο ευαγγελικός λόγος.
 Εις τά κατά Ματθαίον καί Λουκάν Ευαγγέλια, ουδεμία αναφορά περί Ελλάδος καί Ελλήνων γίνεται. Εις τό κατά Μάρκον Ευαγγέλιον, εδάφιον Ζ' 26, γίνεται λόγος περί μιάς γυναικός, η οποία παρεκάλει τόν Χριστόν νά εκβάλη τό δαιμόνιον τής κόρης της. "...η δέ γυνή ήν Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τώ γένει καί ηρώτα ...". Είναι προφανές ότι εφ' όσον ήτο Συροφοινίκισσα εκ καταγωγής, ο άλλος χαρακτηρισμός (Ελληνίς) αναφέρεται στό θρήσκευμά τής γυναικός.
Ο Παν. Τρεμπέλας, στήν ερμηνευτικήν απόδοσιν τού σχετικού εδαφίου, γράφει: "Ητο δέ η γυναίκα εκείνη Ελληνίδα κατά τήν θρησκείαν, δηλαδή ειδωλολάτρις καί Συροφοινίκισσα κατά τήν καταγωγήν καί τήν πατρίδα".
  Εις τό κατά Ιωάννην υπάρχουν δύο σημαντικά χωρία περί Ελλήνων, πού έχουν γίνει αιτία πολλής συγχύσεως καί διχογνωμίας. Εις τό Ζ' 33-35 ο Ιησούς προαναγγέλλων τήν μελλοντικήν πορεία του πρός τό θείον δράμα, ομιλεί μέ λόγους μυστηριώδεις καί αλληγορικούς, πού δέν αντιλαμβάνονται οι Ιουδαίοι. "33 Είπεν ουν ο Ιησούς έτι μικρόν χρόνον μεθ' υμών ειμι καί υπάγω πρός τόν πέμψαντά με. 34 ζητήσετέ με καί ουχ ευρήσετε καί όπου ειμί εγώ, υμείς ου δύνασθε ελθείν. 35 είπον ούν οι Ιουδαίοι πρός εαυτούς πού αυτός μέλλει πορεύεσθαι, ότι ημείς ουχ ευρήσομεν αυτόν; μη εις τήν διασποράν τών Ελλήνων μέλλει πορεύεσθαι καί διδάσκειν τούς Ελληνας;".
  Καί η ερμηνεία τού εδαφ. 35, από τόν Π. Τρεμπέλα: "Είπον λοιπόν οι Ιουδαίοι μεταξύ των. Εις ποίον μέρος πρόκειται νά υπάγη αυτός, ώστε ημείς δέν θά τόν εύρωμεν πλέον; Μήπως πρόκειται νά αφήση τήν ευλογημένην χώραν τού Ισραήλ καί νά υπάγη εις τούς μεταξύ τών Ελλήνων εγκατεστημένους καί διεσπαρμένους Ιουδαίους καί νά διδάσκη τούς Ελληνας εξευτελίζων ούτω τόν εαυτόν του;".
Ενθεος ο ζήλος τού θεολόγου μας, αλλά εδώ ασφαλώς υπερέβη τά εσκαμμένα. Κάνει καί άλλες τέτοιες υπερβάσεις από τό πρωτότυπο, πάντοτε καταφρονητικές γιά τόν όνομα τών Ελλήνων, ενώ διά τά περί τήν Ιουδαίαν καί Ιουδαίους δέν φείδεται ευμενών χαρακτηρισμών. Σέ άλλη περίπτωσι, ο ίδιος απέδωσε τό αυτό χωρίον ως εξής: "Τί νά έγινε ο Κύριος; μή τυχόν έφυγε καί πήγε στήν χώρα τών μιαρών ... Ελλήνων;".
  Είναι αξιοσημείωτον πάντως τό μισελληνικόν πάθος τού τεθνεώτος ήδη Παναγ. Τρεμπέλα καί κραυγαλέα η στρέβλωσις τών νοημάτων αυτού καί άλλων συναφών χωρίων.
Τό δεύτερον επίμαχον χωρίον τού Ιωάννου ΙΒ' 20-23, εδημιούργησε κατά καιρούς ψευδείς εντυπώσεις καί ακαίρους ενθουσιασμούς, ιδίως εις εκείνους πού είχαν απολέσει τήν βασική κλείδα τής Καινής Διαθήκης: Ελλην=Ειδωλολάτρης, Εθνικός. "20 Ησαν δέ τινες Ελληνες εκ τών αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τή εορτή. 21 ούτοι ούν προσήλθον Φιλίππω τώ από Βηθσαιδά τής Γαλιλαίας, καί ηρώτων αυτόν λέγοντες. κύριε, θέλομεν τόν Ιησούν ιδείν. 22 έρχεται Φίλιππος καί λέγει τώ Ανδρέα καί πάλιν Ανδρέας καί Φίλιππος λέγουσι τώ Ιησού. 23 ο δέ Ιησούς απεκρίνατο αυτοίς λέγων. Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου". Πολύ καλό όμως γιά νά είναι αληθινό ...
  Ο Τρεμπέλας μεταφράζει τήν λέξιν "Ελληνες", Ελληνες προσήλυτοι, ενώ τό εδάφιον 23 αποδίδει ως εξής: "Ο Ιησούς δέ απεκρίθη πρός αυτούς καί είπεν: Ηλθεν η ώρα η ωρισμένη κατά τό προκαθωρισμένον σχέδιον τού Θεού διά νά δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου διά τού θανάτου του καί τής αναλήψεώς του, οπότε καί θά αναγνωρισθή ως Μεσσίας καί υπό τών Εθνικών".
Εις τό εδάφιον λοιπόν αυτό, ουδεμία αποδίδεται ιδιαιτέρα τιμή εις τούς Ελληνας - μέ τήν αρχαίαν σημασίαν του ονόματος - όπως θά μπορούσε νά υποθέση κάποιος εκ πρώτης όψεως. Απλώς δύναται νά θεωρηθή σάν μία προφητεία περί τής μελλοντικής παγκοσμίου διαδόσεως τού Χριστιανισμού. Ακόμη σάν ένα συγκεκαλυμμένο μήνυμα πρός τόν επίδοξον Απόστολον τών Εθνών (Εθνικών) καί προανάκρουσμα τής μετά τήν Δαμασκόν αποστολικής δράσεως τού Ταρσέως Παύλου. Πάντως ο Ιωάννης δέν διευκρινίζει, άν ο Ιησούς συνωμίλησε τελικά μέ αυτούς τούς "Ελληνας".
  Ο καθηγητής Ελευθ. Πρόκος ανεκάλυψε σέ βιβλιοθήκη τού Βατικανού ένα σημαντικό χειρόγραφο τού Ευσεβίου τού Παμφίλου (4ος μ.Χ. αιών), πού αναφέρεται στό ανωτέρω χωρίον τού Ευαγγελίου, όπου μετά τό "ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός τού ανθρώπου", υπάρχει καί συνέχεια: "Ελλάς γάρ μόνη ανθρωπογεννεί, φυτόν Ουράνιον καί βλάστημα Θείον ηκριβωμένον. Λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμην". ("ΤΕΤΡΑΚΤΥΣ ΑΕΙΓΝΗΤΟΣ", Νο 4, σελίς 2).
Τό περιεχόμενον τού πολυτίμου καί αρχαιοτάτου αυτού ευρήματος τού καθηγητού Ελευθ. Πρόκου γιά τό θέμα αυτό, πρέπει νά κριθή μέ βάσιν τά ανωτέρω εκτεθέντα, πού απηχούν άλλωστε τήν εκπεφρασμένην ενιαίαν τοποθέτησιν τών συγγραφέων τής Καινής Διαθήκης έναντι τής Ελλάδος καί τών Ελλήνων.
  Η ύπαρξις λοιπόν τού χειρογράφου τού Ευσεβίου τού Παμφίλου, ακόμη καί αν αυτό είναι αυθεντικό, δέν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι τό εμβόλιμον εδάφιον ανήκεν όντως εις τό αρχέτυπον Ευαγγέλιον τού Ιωάννου, πρός τό πνεύμα τού οποίου άλλωστε κατά τε τό ύφος, τό λεκτικόν καί τό περιεχόμενον, τυγχάνει όλως ασύμβατον. Πάντως τό πρόβλημα τής αυθεντικότητος τών Ευαγγελίων, απησχόλησε πολύ ενωρίς τών πρώτη χριστιανική Εκκλησία, λόγω τής αδυναμίας νά ελεγχθούν αποτελεσματικώς οι αυθαιρεσίες καί τά λάθη αντιγραφής.  Είναι δέ ευνόητον ότι "ιώτα έν καί τελεία μία", είναι δυνατόν νά διαστρέψουν τό νόημα ενός κειμένου.
Τά Ευαγγέλια εγράφησαν ως γνωστόν μεταξύ 60-90 μ.Χ., ενώ τό υπάρχον αρχαιότερο χειρόγραφο ανάγεται στόν Γ' αιώνα. Εν τώ μεταξύ από τό 180 μ.Χ. περίπου είχε καθιερωθή ο πρώτος Κανών τής Εκκλησίας, πού απέκλειε τά ψευδεπίγραφα καί απόκρυφα κείμενα από τήν χρήσιν τών πιστών.
  Συνεπώς εις τό μεσοδιάστημα αυτό αλλά καί αργότερα, ήταν φυσικό νά εμφιλοχωρήσουν προσθήκες καί παραποιήσεις τών αρχετύπων, ανάλογα μέ τίς προθέσεις καί τό φρόνημα τών αντιγραφέων. Αφετηρία καί κίνητρο τών επεμβάσεων αυτών μπορούσε νά είναι ο υπολανθάνων Νεοπλατωνισμός, οι αιρέσεις, αλλά καί η υπερβολική ευσέβεια καί ζήλος τών αντιγραφέων, πού υπερακόντιζε πολλές φορές τό πνεύμα τού κειμένου.
  Πάντως οι παρεμβολές, οι προσθήκες καί τά λάθη, εθελημένα καί μή, ήταν κάτι τό σύνηθες τήν εποχήν εκείνην καί η γνησιότης ενός έργου επαφίετο κατά κύριον λόγον εις τήν ακεραιότητα, αυτών πού ανελάμβανον τό σοβαρό καί υπεύθυνο έργο τής αντιγραφής. Πρέπει δέ νά τονισθή ότι ο κατά τά άλλα πολυμαθής καί πολυγραφώτατος Ευσέβιος ο Παμφίλου, επίσκοπος Καισαρείας τής Παλαιστίνης (265-340), εκινείτο εις τήν μεθόριον μεταξύ ορθοδοξίας καί αιρέσεως καί επανειλημμένως επεχείρησε νά αποκαταστήση τόν αιρεσιάρχην Αρειον, θεωρούμενον μαθητήν τού νεοπλατωνικού Πορφυρίου. Μάλιστα δέ μετέσχε καί δύο αρειανικών Συνόδων, εξ ών η δευτέρα τής Τύρου (335) καθήρεσε τόν Αθανάσιον καί επανέφερε τόν Αρειον εις τούς κόλπους τής Εκκλησίας.
  Εις τήν συμβιβαστικήν του προσπάθειαν, είχε συμμέτοχον τόν ομώνυμον καί ομοϊδεάτην Ευσέβιον Νικομηδείας, επίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως, συγγενή καί διδάσκαλον τού Ιουλιανού, φίλον δέ παιδιόθεν τού Αρείου. Δέν πρέπει δέ ακόμη νά μάς διαφεύγη μία σημαντική ιστορική λεπτομέρεια ότι ο Ευσέβιος Νικομηδείας, αρειανός ών, εβάπτισε ολίγον πρό τού θανάτου τόν Αγιον καί Ισαπόστολον τής Ανατολικής Εκκλησίας, Κωνσταντίνον τόν Μέγαν.
Αν δέ λάβωμε υπ' όψιν ότι ο διδάσκαλος του Ευσεβίου Καισαρείας, Πάμφιλος ήταν οπαδός τού Ωριγένους, πού καί αυτός αργότερα (Ε' Οικ. Σύνοδος, 553) εκηρύχθη αιρετικός, ως υπεράγαν ελληνίζων, τότε ο Ωριγένης, ο Πάμφιλος, οι δύο Ευσέβιοι, ο Αρειος καί ο Ιουλιανός, αποκτούν μίαν εσωτερικήν ενότητα καί διαπλοκήν, πού αποκαλύπτει πολλά. Αυτή η μυστική σχέσις εξηγεί εν πολλοίς τά κοσμοϊστορικά γεγονότα, πού συνέ-βησαν κατά τήν διάρκειαν τού τρομερού τετάρτου αιώνος καί στά οποία οι ανωτέρω έπαιξαν πρωταγωνιστικόν ρόλον. Πρέπει ακόμη νά προστεθή ότι η Καισάρεια Παλαιστίνης είχε καταστή λαμπρόν κέντρον χριστιανικής διδασκαλίας από τόν καταφυγόντα εκεί Ωριγένη. Αυτή η Καισάρεια έγινε λίγο αργότερα χώρος μεγάλων ιδεολογικών καί φιλοσοφικών ζυμώσεων, όπου κατ' εξοχήν ανεπτύχθη καί ηνδρώθη τό κίνημα τού Αρείου.
  Τό επίμαχον εδάφιον τού χειρογράφου τού Ευσεβίου τού Παμφίλου είναι προφανώς παρέμβλητον καί κατά πάσαν πιθανότητα πολύ μεταγενέστερον. Ως εκ τούτου δέν ήτο δυνατόν νά περιελαμβάνετο στό αρχέτυπον κείμενον τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Εγράφη εις περίοδον καθ' ήν ο αγών επικρατήσεως τού ανερχομένου Χριστιανισμού πρός τόν Ελληνισμόν ευρίσκετο εις τό αποκορύφωμα καί απηχούσε τίς τάσεις καί τά ιδεολογικά ρεύματα τής συγκεκριμένης μεταβατικής εποχής, δύο καί πλέον αιώνας μετά τήν συγγραφήν τού πρωτοτύπου.
  Ηταν ίσως μία από τίς τελευταίες προσπάθειες συξεύξεως τού Χριστιανισμού πρός τόν θνήσκοντα Εθνισμόν, πρίν επικρατήσουν οριστικά οι αδιάλλακτοι.
  Εκτοτε καί καθ' όλους τούς μέσους αιώνας, τό όνομα "Ελλην" ευρέθη υπό πλήρη ανυποληψίαν, αν όχι υπό απηνή διωγμόν, ως ταυτόσημον πρός τήν εθνικήν θρησκείαν τού Δωδεκαθέου.

Ιωάννης-Αδωνις Μελικέρτης

Βιβλιογραφία
1. Παν. Τρεμπέλα: Η Καινή Διαθήκη (1972)
2. Παν. Χρήστου: Οι Περιπέτειες τών Εθνικών Ονομάτων τών Ελλήνων (1991)
3. Buckner B. Trawick: The New Testament as Literature (1968)


Πηγή: http://www.tetraktys.org

6 σχόλια:

  1. χμμμμμμ...
    ΤΙ θελει να πει το κειμενο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι να εξηγήσω Δανάη; Το άρθρο είναι σαφέστατο! Μιλά για τις αναφορές της Καινής Διαθήκης στους Έλληνες.
    ΛΥΚΙΟΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μμμμμ.....σορυ αλλα το ζομπι μου δεν λειτουργει οπως θελω!
    !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. ....άσ'το μόνο του, να σου δείξει τι κατάλαβε!
    ΛΥΚΙΟΣ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αφήστε το σχόλιό σας
Φίλοι του ιστολογίου, παρακαλώ να κάνετε ελεύθερα τον σχολιασμό σας, αλλά να απέχετε από ύβρεις και προσβολές προσώπων, καθώς και να χρησιμοποιείτε την Ελληνική γλώσσα και γραφή (όχι greeklish). Προσβλητικά και υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται. Επίσης διαγράφονται spam και διαφημίσεις άλλων ιστολογίων.

Τα σχόλια ελέγχονται πριν δημοσιευθούν.


.