Ο Ηράκλειτος, παρά τα λίγα αποσπάσματά του, που σώθηκαν αποδεικνύεται μεγάλος κοσμολόγος, αστρονόμος, μαθηματικός, βιολόγος και πολιτικός, μιά τέλεια πολυμερής προσωπικότητα. Αναζητώντας τον εαυτό του ανάμεσα στη δίνη της διαρκούς κι αδιάκοπης ροής και πάλης των εξωτερικών και εσωτερικών του στοιχείων, αληθινός στοχαστής, είδε την αλήθεια κατάματα στην ολότητά της και απαλλαγμένος από κάθε πάθος και σκοπιμότητα την αποκάλυψε στους ανθρώπους λακωνικά και σιβυλλικά καθοδηγώντας τους στο δρόμο της αρετής και της σοφίας. Αλήθειες ωμές, ιδέες ελεύθερες και αυτοδύναμες συνθέτουν το ηρακλείτειο έργο, που ενωμένες σε σύνολο καλύπτουν όλους τους χώρους του επιστητού, γνωστούς και αγνώστους.
O Hράκλειτος δεν πρότεινε κανένα νέο υλικό στοιχείο, για να εξηγήσει τη γένεση των όντων και του κόσμου, αλλά προχωρώντας πιό πέρα συνέλαβε την έννοια του Λόγου: «Kόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησεν· αλλ΄ ήν αεί και έστι και έσται πώρ αείζωον· απτόμενον μέτρα και σβεννύμενον μέτρα» (Απόσπ. 30). (Ο κόσμος αυτός, ο οποίος για όλα τα όντα είναι ίδιος, δεν δημιουργήθηκε από κανένα θεό, ή άνθρωπο, αλλά υπήρχε πάντοτε και υπάρχει και πάντοτε θα υπάρχει, ένα αιώνιο ζωντανό πύρ, που μόνο του αναζωογονείται σύμφωνα με ορισμένους νόμους και σβήνει πάλι σύμφωνα με ορισμένους νόμους). Αυτή η τάξη του κόσμου, η εσωτερική του νομοτέλεια, με τους αναπόσπαστους από αυτήν νόμους, δηλαδή με το ρυθμό της, είναι ο αιώνιος Λόγος του κόσμου.
|
Ο χριστιανισμός εισήγαγε μια ιουδαϊκή απομίμηση του Λόγου («εν αρχή ήν ο λόγος»), την οποία προσωποποίησαν και ταύτισαν με τον Μεσσία αλλοιώνοντας τις συλλήψεις του ηρακλείτειου πνεύματος επιχειρώντας να προσδώσουν σε αυτές δογματικό χαρακτήρα.
 |
Δεν είναι ο Ηράκλειτος φυσιολόγος, ή θεολόγος, ή αστρονόμος, ή πολιτικός, όπως τον παρουσιάζουν κι οι ηρακλειτικοί ακόμα. Πρόκειται για το στοχαστή, που, σαν τέτοιος, αγκαλιάζει τον κόσμο στην ολότητά του και ποτέ μερικά. Άλλωστε αυτός δεν είναι, που έφτασε στο τολμηρό συμπέρασμα, ότι το Όν και το μή Όν είναι το ίδιο πράγμα, για να τα αρνηθεί και τα δύο μετά τη διαπίστωση, ότι τίποτε από αυτά δεν υπάρχει; Πράγματι, μέχρι που να σκεφθεί κανείς το όν, το ηρακλείτειο ποτάμι ήδη τόχει συμπαρασύρει και τη θέση του έχει καταλάβει το μή όν. Καμμία ουσία, κανένα στοιχείο και καμμία στιγμή δεν υπάρχει, παρά μόνο για να καταστραφεί από την αμέσως επόμενή της, που κι εκείνη την περιμένει η ίδια μοίρα.
Η ύλη του κόσμου δεν είναι παρά ενέργεια, αίτιο μεταβολής και αποτέλεσμα. Ούτε χάος, ούτε σταθερό δημιούργημα, ούτε παραδείσιοι κήποι, ούτε τόποι τιμωρίας του όντος, ούτε ζωή, ούτε θάνατος, παρεκτός το αιώνιο μεταβαλλόμενο γίγνεσθαι. Όσο κι άν ψάξει ο στοχαστής μέσα στο θέατρο του πολυμορφισμού του κόσμου και των φαινομένων του, δεν βλέπει παρά τον ένα και μοναδικό κόσμο, τη μία σοφία, τον ένα και Απολλώνειο (απλό) Λόγο. Ο Εφέσιος παραμένει πάντοτε απόλυτα και καθολικά «ενιστής».
Η μεταβολή και εναλλαγή του Όντος γίνεται με βάση αλάνθαστους νόμους και βεβαιότητες, με συμμετρία και τάξη, με συνέπεια και αλληλουχία, που αποτελεί τη δικαίωση του γίγνεσθαι. Η πάλη των στοιχείων αποτελεί την ακρότατη δικαιοσύνη και διέπεται από τον Κοσμογονικό Νόμο, από το Λόγο, από τη μία και μοναδική Ποιότητα, που «εθέλει και ουκ εθέλει λέγεσθαι Ζηνός Όνομα».
|
Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε στην πόλη της Μικράς Ασίας, Έφεσο, που βρίσκεται 60 χιλιόμετρα νότια της Σμύρνης, Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς τοποθετούν την ακμή του περί την 69η Ολυμπιάδα (504 – 501 π.Χ., Διογένης Λαέρτιος, Σουΐδας). Από τα σωζόμενα αποσπάσματά του φαίνεται, ότι ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις θεωρίες της Σχολής της Μιλήτου, ιδίως δε του Αναξίμανδρου (βλ. Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης). Θεωρείται πολύ πιθανό, ότι ο Ηράκλειτος άκουσε πρώτα μαθήματα στη Μίλητο και κατόπιν στην Ελέα με διδάσκαλο τον Ξενοφάνη (Διογένης Λαέρτιος, Σωτίων).
Παρά την υψηλή θέση, που του εξασφάλιζε η αριστοκρατική του καταγωγή, επειδή έβλεπε, ότι η δημοκρατία κατέληγε συχνά σε αναρχία, αποτραβήχτηκε τελείως από τα κοινά. Ο Ηράκλειτος πρέσβευε, ότι κατά τη λειτουργία μιάς Πολιτείας πρέπει να υπάρχει απόλυτος σεβασμός στους νόμους. («Μάχεσθαι χρή τον δήμον υπέρ του νόμου όκωσπερ τείχεος», δηλαδή ο λαός πρέπει να μάχεται υπέρ του νόμου, όπως όταν υπερασπίζεται τα τείχη της πόλης κατά την προσβολή από τους εχθρούς). Ήταν ο πρώτος αρχαίος φιλόσοφος, που επιχείρησε να αναμορφώσει την αρχαία πολιτική ζωή με τη βοήθεια της φιλοσοφικής γνώσης. Όπως μέσα στη φύση επικρατεί ο αιώνιος νόμος, έτσι και μέσα στην πολιτεία πρέπει να επικρατεί ο άκαμπτος ηθικός νόμος. Τόσο μεγάλη ήταν η φήμη του Ηράκλειτου, ώστε ο βασιλιάς τών Περσών Δαρείος τόν προσκάλεσε να μεταβεί στήν Αυλή του. Ο Ηράκλειτος δεν αποδέχθηκε τήν πρόταση.
Στην ακμή της ηλικίας του συνέγραψε περίφημο βιβλίο, το οποίο έφερε τον τίτλο «Περί φύσεως», όπου συγκέντρωσε τα αποτελέσματα των πολυετών ερευνών του σε όλα σχεδόν τα πεδία του επιστητού. Σύμφωνα με το Διογένη Λαέρτιο το εν λόγω σύγγραμμα περιείχε τρία μέρη: «Περί του Παντός», τον «Πολιτικό» και τον «Θεολογικό» (Λόγο). O τρόπος της διατύπωσης τών σκέψεων του Ηράκλειτου ήταν αφοριστικός. Στά διάφορα ερωτήματα και απορήματα απαντούσε με αφορισμούς. Γι΄ αυτό ήταν δύσκολο να γίνει εύκολα κατανοητός και ονομάστηκε σκοτεινός φιλόσοφος.
|