Πόσο ανεξάρτητες μεταξύ τους ήταν οι σχεδόν ταυτόχρονες εμφανίσεις
χαρισματικών ανθρώπων, σε μια τεράστια περιοχή, που κήρυτταν περίπου τις ίδιες
αρχές;
O ιστορικός χώρος που αποτελείται από
την Ελλάδα, τη Μέση Ανατολή στην περιοχή Ισραήλ-Παλαιστίνης (με επέκταση μέχρι
την καρδιά της Μεσοποταμίας), την περσομηδική περιοχή που περιλαμβάνει πλέον
και τα ελαμικά εδάφη και τις ανατολικές άρειες περιοχές, απ’ όπου
διακλαδίζεται, αφ’ ενός, στην Ινδία και, αφ’ ετέρου, στην Κίνα, ήταν
εκτεταμένος και πολυδιαιρεμένος γεωγραφικά και πολιτικά. Επίσης περιελάμβανε,
αλλά μόνο σε συγκεκριμένες εποχές, τη γεωγραφικά απομονωμένη Αίγυπτο. Εκεί
εμφανίστηκε μια σειρά από θρησκευτικούς μεταρρυθμιστές, μέσα σε διάστημα
περίπου 200 ετών, οι οποίοι αναμόρφωσαν τις υπάρχουσες θρησκείες – είτε άμεσα,
είτε με φιλοσοφικά ρεύματα.
Η Ελλάδα προ της συγκεκριμένης εποχής είχε καταλήξει σε μια ήπια θρησκευτική
εκδήλωση του δωδεκαθέου, το οποίο πολύ παλαιότερα είχε εξοβελίσει την Κρόνια
Λατρεία, αλλά και τη Μητριαρχεία, με την άνοδο του Ολύμπιου Δία, Θεού του
Ουρανού, στον θρόνο, και με αντίστοιχη υποβάθμιση της Μητέρας-θεάς της Γης, της
Ήρας. Το δωδεκάθεο, όπως παγιώθηκε από τον Βοιωτό Ησίοδο (ο Όμηρος το
περιγράφει πολύ διαφορετικό), ήταν ένα εξαιρετικό Πάνθεο, που επέτρεπε με
πολλαπλούς τρόπους την ενσωμάτωση προηγούμενων, αλλά και νέων θεοτήτων,
αποφεύγοντας θρησκευτικούς πολέμους μεγάλης έντασης: μικρές συγκρούσεις
ιερατείων για τη νομή μιας περιοχής ήταν ανεκτές και φυσιολογικές, αλλά το
πράγμα παρέμενε σε πολιτισμένα πλαίσια. Οι συγκρούσεις του Ποσειδώνα με όλο
σχεδόν το Πάνθεο για ιερές πόλεις, όταν είχε ήδη τουλάχιστον τρεις (την Πύλο,
την Κρήτη και –εκτός Ελλάδας– την Ατλαντίδα), δείχνουν ανάγλυφα τη... ζωντάνια
του θέματος. Το ίδιο και οι συγκρούσεις για την επιβολή του Βάκχου σε Θράκη και
Βοιωτία, αλλά και η αποτυχία των Ηρακλειδών να ιδρύσουν δικό τους ιερατείο με
επίκεντρο τους Δελφούς.
Στην προς
εξέταση περίοδο, είχε ήδη γίνει μια μαζική επιβολή του Απόλλωνα, που είχε
ενσωματώσει –και χρησιμοποιήσει– τους άτακτους Ηρακλειδείς στον βασικό οπαδικό
του πληθυσμό, δηλαδή τους Δωριείς και τους λοιπούς ποιμενικούς πληθυσμούς από
την Πίνδο και την Παρνασίδα. Αυτή η επιβολή είχε γίνει σε βάρος της Αθηνάς,
αλλά κυρίως της Ήρας και του Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο, από την οποία όμως
διέφυγαν η Αθήνα (που παρέμεινε αφοσιωμένη στην Αθηνά) και η Θήβα (που είχε
στραφεί στον Διόνυσο).
Η επιβολή
αυτή άλλαξε τον θρησκευτικό χάρτη, άλλαξε όμως και τη θρησκευτική ισορροπία:
πλέον τα Μαντεία του Απόλλωνα πολλαπλασιάζονται (Δελφοί, Δήλος, Δίδυμα, έναντι
μόνο της Δωδώνης για τον αρχηγό του δωδεκαθέου). Ο Κρητικός Ζευς εκτοπίζεται
από τον γιο του, Απόλλωνα, που είχε επιστρατεύσει Κρητικούς ναυτικούς για να
ιδρύσουν και να επανδρώσουν το Μαντείο των Δελφών, και να συστηματοποιήσουν τη
λατρεία. Το
πεπρωμένο της Μήτιδας για την αντικατάσταση του Δία από τον γιο του υλοποιήθηκε
από τη Λητώ. Έτσι, εντός του ελληνικού Πανθέου αρχίζει να
εμφανίζεται μια μυρωδιά μονοθεΐας, που θα οδηγήσει στη βίαιη αντίδραση του
συγκρητισμού, με εισαγωγή ξένων και νέων θεοτήτων (Ίσις, Σέραπις) στον
λατρευτικό χώρο και των ιθαγενών της ελληνικής μητρόπολης.
Το επόμενο
βήμα της απολλωνιακής λατρείας ήταν μια κοινωνική επανάσταση που οδηγούσε σε
αχαρτογράφητα νερά: Δύο τεράστιες φιλοσοφικές προσωπικότητες, σε
θεολογικό επίπεδο απόστολοι, επεχείρησαν να αναδιαμορφώσουν τον ελληνικό κόσμο:
ο Πυθαγόρας και ο Σωκράτης. Ο πρώτος ήταν ένας ελιτιστής, που μυούσε σε σημαντικό βαθμό στην
επιστημονική γνώση και επέμενε στη φόρμα, την πειθαρχία, την ιεραρχία και την
ακρίβεια. Ο δεύτερος, έχοντας δει την αποτυχία του ελιτιστικού πειράματος,
υιοθέτησε μια πολύ ανοικτότερη γραμμή μύησης και διδασκαλίας, επηρεασμένος από
τη δημοκρατική πραγματικότητα της εποχής –την οποία απεχθανόταν–απέχοντας με
μεγάλη σαφήνεια από τις επιστήμες και εστιαζόμενος στο ανθρωπιστικό κομμάτι.
Παρόλ’ αυτά ο Αριστοφάνης, που κάτι παραπάνω ήξερε, τον παρουσιάζει ως φυσικό
φιλόσοφο.





