Στο Τάγμα χρησιμοποιούμε
πολύ συχνά όρους με μη συνηθισμένη
σημασία. Έτσι μιλάμε για το Κακό, για
τον Καταστρεπτικό ή Μεταμορφωτικό
παράγοντα και για τον Εωσφόρο, τον οποίον
χαρακτηρίζουμε επίσης και με το όνομα
του Αντιπάλου.
Θα σας μιλήσω λοιπόν
απόψε, για την έννοια που πρέπει να
αποδίδουμε στους τρεις αυτούς όρους,
έννοια η οποία απορρέει αποκλειστικά
από τα κείμενα της διδασκαλίας μας,
καθώς και από σχετικές διευκρινήσεις,
τις οποίες μας έδωσε ο Διδάσκαλός μας.
Όπως θα δείτε, πρόκειται
για τρία πράγματα τελείως διαφορετικά,
τα οποία δεν θα πρέπει να συγχέουμε.
Πρώτα απ' όλα,
α)
τι είναι
Κακό:
Το
Κακό αποτελεί μέρος μιας δυάδας και
αντιτίθεται προς το Καλό. Έτσι έχουμε
την δυάδα του Καλού και του Κακού.
Το
Κακό δεν είναι μια αλήθεια, δεν είναι
κάτι που έχει υπόσταση αυτό καθ' αυτό.
Το Κακό είναι μια έλλειψη.
Μπορούμε να κάνουμε τις ακόλουθες
παρατηρήσεις για να κατανοήσουμε όχι
την φύση του -αφού το Κακό δεν έχει δική
του φύση- αλλά τα αίτια και τις καταστάσεις
που μπορούν να το εκδηλώσουν.
Ως
άτομα ευρισκόμενα στον κύκλο Κόσμο, δεν
μπορούμε να αντιληφθούμε τα πράγματα,
παρά μόνον εντός του χρόνου και του
διαστήματος. Από το γεγονός αυτό,
συλλαμβάνουμε την έννοια του ανώτερου
και του κατώτερου, ως υψηλότερο και
κατώτερο, ότι θεωρούμε τέλειο και ατελές,
πλήρες ή ελλιπές, ως ευρισκόμενο
πλησιέστερα της Πηγής ή μακριά από
αυτήν.
Ο
θεός τον οποίο συλλαμβάνουμε ως απόλυτο,
δεν μπορεί παρά να έχει και να εκδηλώνει
παρά το υπέρτατο Καλό. Το ίδιο ισχύει
για όλες τις αρετές, τις οποίες μπορούμε
να συλλάβουμε ή μη, ως ανήκουσες στον
Θεό. Έχουν όλες τον χαρακτήρα του
απολύτου, του τέλειου, του πλήρους και
ως τέτοιες αποκλείουν κάθε έλλειψη.
Επειδή όμως η εκδήλωση συνεχίζεται,
καταλαβαίνουμε εύκολα ότι τα διάφορα
επίπεδα εκδηλώσεως, αποτελούν καταστάσεις
που είναι λιγότερο τέλειες και περισσότερο
ελλιπείς, αφού δυο απόλυτα δεν δύνανται
να υπάρξουν.
Για
τον θεό λοιπόν, κάθε εκδήλωση που λαμβάνει
χώρα εκτός Θεού, δεν μπορεί να εκφράσει
το απόλυτο κατά κανέναν τρόπο και θα
μπορούσαμε να παραδεχτούμε ότι για τον
Θεό, το Κακό συνίσταται στην διαφορά
μεταξύ του Καλού που εκδηλώνουν τα
δημιουργήματά του και του υπέρτατου
Καλού, το οποίο ανήκει στον Θεό.
Το
συμπέρασμα αυτό, δεν νομίζω ότι είναι
δικαιολογημένο και θα εξηγήσω γιατί:
Κάθε
δημιουργημένο ον, είναι
απόλυτο στην κατηγορία του και σχετικό
προς τον Θεό
ή προς καταστάσεις όντων, ανώτερων
αυτού. Κανένα εκδηλωμένο ον δεν μπορεί
να συλλάβει και να εκδηλώσει το υπέρτατο
καλό ή το απόλυτο Καλό, εκτός των όρων
της Αγ. Τριάδος και θα ήταν σφάλμα να
πιστέψουμε ότι επειδή ένα δημιουργημένο
ον εκδηλώνεται σχετικώς, εκδηλώνει το
Κακό. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από
κανένα ον να εκδηλώσει, παρά μόνον την
ποσότητα του καλού που
η φύση του επιτρέπει.
Άρα
ένα ον πρέπει να θεωρείται τέλειο, αν
κατορθώσει να επιτύχει την πλήρη και
ολοκληρωτική απάνθιση των ικανοτήτων
του, δηλαδή των δυνητικοτήτων του με
τις οποίες προικίσθηκε κατά την δημιουργία
του.
Αν
πάρουμε ως παράδειγμα τον άνθρωπο, θα
πρέπει να πούμε ότι ως ον που ανήκει σε
μια βαθμίδα της πνευματικής ιεραρχίας,
δεν μπορεί παρά να εκδηλώσει ορισμένο
βαθμό του Καλού ή των άλλων θετικών
αρετών. Όσο περισσότερο πλησιάζει τον
βαθμό αυτό που του επιτρέπει η δυνητικότητά
του, τόσο λιγότερο θα εκδηλώνει το Κακό.
Το
κακό λοιπόν για τον άνθρωπο, συνίσταται
στην διαφορά μεταξύ του καλού το οποίο
εκδηλώνει και του καλού που σύμφωνα με
την φύση του, μπορεί να εκδηλώσει.
Λόγω
του ότι είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε
και να εκδηλωνόμαστε στον κύκλο Κόσμο,
έχουμε πολλές φορές ανάγκες να
εκπληρώσουμε.
Η
υπερβολική ή ελλιπής ικανοποίηση των
αναγκών αυτών, μπορεί να μας εξαπατήσει
και συνήθως μας παρεμποδίζει από το να
εκδηλώσουμε όλο το Καλό ή όλη την
τελειότητα που είμαστε ικανοί να
εκδηλώσουμε.
Δεν
πρέπει άλλωστε να λησμονούμε, ότι όπως
ολόκληρη η φύση και εμείς οι άνθρωποι
βρισκόμαστε εν τω γίγνεσθαι ή καταγινόμαστε
να πραγματοποιούμε προοδευτικά τις
φυσικές, ηθικές και πνευματικές συνθήκες,
οι οποίες θα μας επιτρέψουν να εκδηλωθούμε
κατά ένα τέλειο τρόπο.
Από
αυτό το γεγονός καθώς και λόγω των
αδυναμιών μας, δεν μπορούμε συνήθως,
παρά να εκδηλώσουμε ένα καλό, σχετικό
προς το καλό που είμαστε ικανοί να
εκδηλώσουμε.
Εκδηλώνουμε
δηλαδή τόσο κακό, όση είναι η διαφορά
μεταξύ αυτών των δυο καλών.
Το κακό λοιπόν, δεν
έχει δική του υπόσταση και δεν βρίσκεται
πουθενά κρυμμένο, έτοιμο να μας επιτεθεί.
Αντιθέτως είναι συμφυές με την κατάσταση
του “είναι” μας και το εκδηλώνουμε σε
σχέση με τις αδυναμίες μας.